Διαπιστώνεται από καιρό στον προφορικό οικείο και δημοσιογραφικό λόγο, και ευρύτερα, καθώς και όλο περισσότερο στον γραπτό λόγο του φοιτητικού κοινού, η λανθασμένη χρήση του "όπου" με την έννοια του "ο οποίος/ η οποία / το οποίο, οι οποίοι / οι οποίες / τα οποία".
Προφανώς, προκύπτει από τον συνδυασμό της διατύπωσης "ο οποίος" και του "που" στην αρχή μιας δευτερεύουσας αναφορικής πρότασης.
Προσοχή, άλλο "πού" - τονισμένο - και άλλο "που". Παρακάτω, διευκρινίσεις για όπου, πού, που
Βλ. Το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του Τριανταφυλλίδη
"όπου" στο λεξικό της κοινής νεοελληνικής του Τριανταφυλλίδη
όπου [ópu] :
I. επίρρ[ημα]. αναφ[ορικό].
1. δηλώνει αόριστα τόπο· σε οποιοδήποτε μέρος· οπουδήποτε:... || για μεγαλύτερη αοριστία με το και, και αν, και να, τυχόν: ...
2. στο μέρος που, εκεί που: ... με το από (από όπου)...
3. ισοδυναμεί με εμπρόθετο: ... [μέσα] στον οποίο, στην οποία, στο οποίο / στους οποίους, στις οποίες, στα οποία
II. (προφορικά) στη θέση μεταβατικού συνδέσμου: ...
πού [pú] : I. επίρρ[ημα]. 1. τοπικό ερωτηματικό· εισάγει ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις με τις οποίες ο ομιλητής θέλει να πληροφορηθεί το ακριβές σημείο, τόπο
Που
που 2 αντων[υμία]. αναφ[ορική]. (άκλ[ιτη].) : εισάγει δευτερεύουσα αναφορική πρόταση και προσδιορίζει κπ. ονοματικό ή επιρρηματικό όρο, ο οποίος υπάρχει στην προηγούμενη πρόταση ή παραλείπεται και εννοείται· μπορεί να εναλλάσσεται με την αναφορική αντωνυμία οποίος 1.
1. εισάγει καθαρές αναφορικές προτάσεις:
|| ισοδυναμεί με εμπρόθετο: στον οποίο, με τον οποίο,
α. προσθετικές αναφορικές που δεν είναι απαραίτητο συμπλήρωμα της κύριας:
β. αναφορικές που αποτελούν αναγκαίο προσδιορισμό:
2. συχνά εισάγει αναφορικές προτάσεις που εμπεριέχουν και κάποια επιρρηματική έννοια όπως σκοπό, αποτέλεσμα, εναντίωση, αιτία κτλ. α. αιτιολογικές αναφορικές: β. τελικές αναφορικές: γ. αποτελεσματικές αναφορικές: δ. παραχωρητικές αναφορικές: παρόλο που
Επίσης:
που 1 [pu] σύνδ. : εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις:
1. χρονικές· συνοδεύεται συνήθ. από κάποιο επίρρημα ή επιρρηματική έκφραση. α. προσδιορίζει ενέργεια που γίνεται συγχρόνως με αυτό που εκφράζει η κύρια πρόταση:...
2. αιτιολογικές· γιατί, επειδή:...
3. αποτελεσματικές ή συμπερασματικές· ώστε:...
4α. σε εναντιωματικές προτάσεις φανερώνει ισχυρή αντίθεση προς το θεωρούμενο πραγματικό νόημα της πρότασης που εισάγει:
β. σε παραχωρητικές προτάσεις εκφράζει παραχώρηση προς το θεωρούμενο μη πραγματικό νόημα της πρότασης που εισάγει:
5. ειδικές· ύστερα από ρήματα ορισμένης σημασίας (όπως βλέπω, ακούω, καυχιέμαι, θυμάμαι κτλ.) εκφράζει κτ. που ο ομιλητής θεωρεί αναμφίβολα πραγματικό ....
|| ότι, πως: || ισοδυναμεί με το ότι ουσιαστικοποιημένο με το άρθρο το: το ότι
που 3 επίρρ. :I1. σε επιρρηματικές ή προθετικές εκφράσεις για τη δήλωση επιρρηματικών σχέσεων (τόπο, χρόνο, αντίθεση, αντικατάσταση κτλ.): 2. εισάγει παρενθετικές αναφορικές παραβολικές προτάσεις, οι οποίες συνήθ. μετριάζουν, επεξηγούν ή ενισχύουν το νόημα της προηγούμενης πρότασης: II. σε επιφωνηματικές προτάσεις εκφράζει: [...]